επικλεής

ἐπικλεής, -ές (Α)
1. περίφημος, ένδοξος, ξακουστός («ἐπικλεὲς ἄστυ», Απολλ. Ρόδ.)
2. αυτός που πήρε το όνομά του από κάτι («λάβρακα σφετέρησιν ἐπικλέα λαβροσύνησιν», Οππ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κλεής (< κλέος «δόξα»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἐπικλεής — Ἐπικλέης masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικλεής — famous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπικλέης — masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικλεέστερον — ἐπικλεής famous adverbial comp ἐπικλεής famous masc acc comp sg ἐπικλεής famous neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικλεές — ἐπικλεής famous masc/fem voc sg ἐπικλεής famous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπικλῆς — Ἐπικλέης masc voc sg (doric aeolic) Ἐπικλέης masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπικλέα — Ἐπικλέης masc acc sg (epic ionic) Ἐπικλέᾱ , Ἐπικλέης masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικλεεστάτην — ἐπικλεής famous fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικλεέστεραι — ἐπικλεής famous fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικλεέστερος — ἐπικλεής famous masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.